καλεῖσθαι

καλεῖσθαι
καλέω
call
fut inf mid (attic epic)
καλέω
call
pres inf mp (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καλεῖσθ' — καλεῖσθε , καλέω call fut ind mid 2nd pl (attic epic) καλεῖσθε , καλέω call pres imperat mp 2nd pl (attic epic) καλεῖσθε , καλέω call pres opt mp 2nd pl (epic ionic) καλεῖσθε , καλέω call pres ind mp 2nd pl (attic epic) καλεῖσθαι , καλέω call fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • наречисѧ — НАРЕ|ЧИСѦ (ЩИСѦ) (280), КОУСѦ, ЧЕТЬСѦ гл. 1.Назваться, быть названным: ‹Т›ъгда наречетьсѧ къто ѹбо истиньныи властелинъ. (κληϑήσεται) Изб1076, 26 об.; по истинѣ вышегородъ наречес˫а. вышии и превъшии [так!] городъ всѣхъ. СкБГ XII, 17б; лѣпо бо… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Χίος — Νησί (841,58 τ. χλμ., 52.184 κάτ.) του Αιγαίου, που εκτείνεται παράλληλα προς τη μικρασιατική ακτή, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, από την οποία χωρίζεται με δίαυλο πλάτους 7 χλμ. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η ομώνυμη πόλη, η X. ή Χώρα όπως την… …   Dictionary of Greek

  • δαυλός — (I) δαυλός και δαῡλος, ον (Α) 1. πυκνός, δασύς («δαυλά γένεια», «...καλεῑσθαι τά δασέα ὑπὸ τῶν παλαιῶν δαῡλα») 2. φρ. «δαυλοὶ πραπίδων, δάσκιοί τε πόροι» σκοτεινές μηχανορραφίες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Προτείνεται η αναγωγή της λ. σε IE *dns u …   Dictionary of Greek

  • εννεύω — ἐννεύω (Α) [νεύω] 1. κάνω νεύμα, νόημα, δίνω σημάδι σε κάποιον 2. ρωτώ με νεύματα («ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῡ τὸ τὶ ἄν θέλοι καλεῑσθαι αὐτόν», ΚΔ) …   Dictionary of Greek

  • επαΐκλεια — ἐπαΐκλεια και ἔπαικλα ή ἐπέκλεια ή ἐπάικλα, τα (Α) τα μετά το δείπνο, τα επιδείπνια ή επιδόρπια («ἐπαΐκλειά φασι καλεῑσθαι τὰ μετὰ τὸ δεῑπνον τραγήματα», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + άικλον (ή αίκλον) «δείπνο»] …   Dictionary of Greek

  • επιθυμίς — ἐπιθυμίς, ή (Α) 1. υποθυμίς*, άνθινο στεφάνι που φορούσαν, συνήθως στα συμπόσια, γύρω από τον λαιμό, για να απολαμβάνουν εντονότερα το άρωμα 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἐπιθυμίδες τὰ παντοδαπὰ στεφανώματα, ἅ τὰς γυναῖκας φορεῖν, οὕτω καλεῖσθαι» 3. το… …   Dictionary of Greek

  • επιτραγία — ἐπιτραγία, ἡ (Α) [τράγος] επίθ. της Αφροδίτης που είχε ως ιερό ζώο τον τράγο («καλεῑσθαι τήν θεὸν ἐπιτραγίαν», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • ερκίτης — ἑρκίτης, ὁ (Α) ο δούλος που διέμενε στους αγρούς τού κυρίου του («ἑρκίτας φησὶ καλεῑσθαι τοὺς κατά τοὺς ἀγροὺς οἰκέτας», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρκος «φραγμός, περίφραξη». Ο τ. δηλώνει τον δούλο που ζούσε εντός τών περιφραγμένων ορίων τών κτημάτων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”